Άρθρα

Γιατί έφυγαν οι νέοι;

Γιατί ακόμα αναρωτιόμαστε γιατί έφυγαν οι νέοι; Όσοι έφυγαν θεώρησαν ότι η χώρα τους τους φέρθηκε άδικα αλλά και όσοι έμειναν αισθάνθηκαν ότι σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης βιώνοντας ακόμα μεγάλες δυσκολίες στην καθημερινότητα. Οι νέοι έφυγαν για τους ιδίους λόγους που ακόμα ταλαιπωρούν όσους έμειναν.

Αφού έχει χυθεί πολύ μελάνι στη συζήτηση για την ανεργία στους νέους, την ημι-απασχόληση, τους χαμηλούς μισθούς και τις κακές συνθήκες εργασίας, μια σειρά από πρακτικά θέματα κάνουν την επιλογής της παραμονής στην Ελλάδα να μοιάζει με άθλο. Η εικόνα είναι ξεκάθαρη. Κατέχουμε την πρωτιά στους νέους 25-34 ετών που κατοικούν με τους γονείς τους μιας και το κόστος στέγασης και οι λογαριασμοί ξεπερνούν το 50% του μισθού.

Για κοινωνική κατοικία ούτε λόγος, ούτε ως έννοια ούτε ως πολιτική. Άρα τι μένει ως δέλεαρ; Το σύστημα υγείας ή η πρόνοια; Η διόλου σύγχρονη δημόσια εκπαίδευση που έχει απαξιωθεί ή ένα στιβαρό σύστημα δημόσια διακυβέρνησης ως «εγγυητής» στη ζωή και τη σχέση πολίτη κράτους; Η ανύπαρκτη αξιοκρατία, ή η θέση της γυναίκας στον εργασιακό χώρο; Ποιος νέος άνθρωπος από όσους έφυγαν θα θελήσει να επιστρέψει και ποιος από όσους έμειναν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια και να ευτυχήσει σε αυτές τις συνθήκες;

Ας μη μας κάνει λοιπόν εντύπωση ότι ακόμα και σήμερα το 57,8 % των Ελλήνων δηλώνει ότι θα έφευγε στο εξωτερικό (έρευνα της ΔιαΝΕΟσις, με τίτλο «Τι πιστεύουν οι Έλληνες 2022»). Αυτές οι αδικίες εις βάρος της νέας γενιάς δεν λύνονται με κουπόνια μικρότερης φορολογίας σαν αυτά που χάρισε η κυβέρνηση. Χρειάζονται σαφείς πολίτικες, ασφάλεια και προοπτική.

Μόλις 3800 Έλληνες του εξωτερικού γράφτηκαν στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους για να ψηφίσουν στις επερχόμενες εκλογές. Είναι αλήθεια πως ο νέος νόμος φέρνει αρκετά διαδικαστικά εμπόδια όμως το θλιβερό είναι ότι από όσους γράφτηκαν οι περισσότεροι είναι μεγαλύτερης ηλικίας, νοσταλγοί της πατρίδας και του παρελθόντος. Οι νέοι που έφυγαν από επιλογή ούτε νοσταλγία νιώθουν ούτε θέλουν διακαώς να επιστρέψουν. Προτιμούν εάν βολέψει να συνδυάσουν ένα «εκλογικό» σαββατοκύριακο στην Ελλάδα ώστε να δουν φίλους και συγγενείς και να επιστρέψουν στις χώρες που αισθάνονται ότι τα σημαντικά ζητήματα (εργασία, υγεία, παιδεία) είναι λυμένα.

Το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε, θέλει και μπορεί

Όταν εκλέχθηκε ο Νίκος Ανδρουλάκης το Δεκέμβρη του 2021 νέος Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, δεσμεύτηκε να τιμήσει την εντολή των ψηφοφόρων για ανανέωση, πολιτική αυτονομία και ενότητα. Από τα τρία, το μεγαλύτερο στοίχημα του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής για τη νέα εποχή ήταν εάν θα προχωρήσει με ανανέωση ή με ανακύκλωση «μιας από τα ίδια». Ένα χρόνο μετά, ο απολογισμός βρίσκει το κόμμα διαφορετικό, ανοιχτό και οργανωμένο. Ένα κόμμα προοδευτικό, ρεαλιστικό, με όραμα για τη πατρίδα και σαφές ευρωπαϊκό πρόσημο.

Στο χρόνο που πέρασε, τα μέλη και οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής απέδειξαν έμπρακτα ότι ενδιαφέρονται για την πορεία της παράταξης, αναγεννήθηκαν οι τοπικές οργανώσεις, εκλέχθηκε η νέα Κεντρική Επιτροπή μετά από ένα επιτυχημένο συνέδριο, εκλέχθηκε το νέο Πολιτικό Συμβούλιο, συστάθηκε η Επιτροπή ψηφοδελτίων, στελεχώθηκαν οι τομείς και το κόμμα οργανώθηκε από την αρχή. Η αρχιτεκτονική των ψηφοδελτίων που θα ανακοινωθούν σύντομα, διασφάλισε με διαφάνεια και αξιοκρατία την κατά 50% τουλάχιστον ανανέωση των προσώπων των προηγούμενων ψηφοδελτίων και την κατά 30% τουλάχιστον συμμετοχή των νέων κάτω των 40 ετών δίνοντας τη δυνατότητα αντιπροσώπευσης σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας εκτός των μελών και φίλων της παράταξης.

Κάνοντας το σύνθημα της «ανανέωσης» πράξη, ο Νίκος Ανδρουλάκης κατάφερε να προσελκύσει ανθρώπους που δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, όπως νέες εργαζόμενες γυναίκες, που ναι μεν ήθελαν να ασχοληθούν με τα κοινά, διακατέχονταν όμως από τον δικαιολογημένο φόβο για το ελληνικό πολιτικό σύστημα που έχει απαξιωθεί την τελευταία δεκαετία στη χώρα μας.

Όσο η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ ψάχνουν καρέκλες, το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής εργάζεται για να προτείνει σαφείς και πρακτικές λύσεις που θα κάνουν την καθημερινότητα των πολιτών εύκολη και όχι απλά υποφερτή. Στόχος είναι να χτιστεί μια υγιής σχέση κράτους-πολίτη στην οποία η αλληλεπίδραση με τον κρατικό μηχανισμό δεν θα είναι πονοκέφαλος και οι πολίτες θα μπορούν να βασιστούν σε υψηλών προδιαγραφών υπηρεσίες.

Αδιαμφισβήτητα, ένα κόμμα για να θεωρείται δημοκρατικό οφείλει να κινείται θεσμικά και το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής έχει αποδείξει πολλές φορές στην πολιτική του διαδρομή ότι σέβεται τους θεσμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη υπόθεση των υποκλοπών όπου ο Νίκος Ανδρουλάκης κινήθηκε θεσμικά από την πρώτη στιγμή ακολουθώντας το δρόμο της δικαιοσύνης και αποφεύγοντας να μπει σε μικροπολιτική αντιπαράθεση για τα μάτια του κόσμου.

Οδεύοντας προς τις κάλπες, το ΠΑΣΟΚ με το Νίκο Ανδρουλάκη στο τιμόνι έχει κάθε λόγο να είναι αισιόδοξο ότι θα διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στον πολιτικό χάρτη πρωτίστως για τις θέσεις και τις ρεαλιστικές προτάσεις του και όχι κάνοντας «αντιπολίτευση για την αντιπολίτευση». Το σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα που προτείνει σε συνδυασμό με βασικές αξίες που διέπουν τον ίδιο και το κόμμα (αξιοκρατία- διαφάνεια- εντιμότητα) είναι μια καλή βάση για να πούμε ότι το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε, θέλει και μπορεί.

Στέγαση: Κοινωνικό δικαίωμα σε απειλή

Της Ελένης Χρονοπούλου, μέλος ΠΣ ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, νομικός σύμβουλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Με την ακρίβεια στα αγαθά πρώτης ανάγκης να καλπάζει και εν όψει ενεργειακής κρίσης, έρχεται στο προσκήνιο διαρκώς το κρίσιμο ζήτημα της στέγασης.

Οι πολίτες ασφυκτιούν, τα ενοίκια σε συγκεκριμένες περιοχές είναι στο «κόκκινο», ενοικιαστές βρίσκονται στο δρόμο μην μπορώντας να ανταποκριθούν σε αυξήσεις έως και 30%. Όταν το 62,1% των ενοικιαστών στη χώρα μας δαπανούν άνω του 50% του εισοδήματος τους για το κόστος στέγασης (ενοίκιο και λογαριασμοί) δεν μιλάμε πλέον για ζήτημα μη αξιοπρεπούς διαβίωσης αλλά για ζήτημα επιβίωσης.

Ένας προσωρινός ήπιος έλεγχος ενοικίων ως μέρος μιας πολύπλευρης στρατηγικής μπορεί να αποδειχθεί η κατάλληλη λύση για τον περιορισμό της αύξησης των τιμών σε συγκεκριμένες περιοχές ώστε να καταστήσει τη στέγαση πιο προσιτή.

Μέτρα ελέγχου ενοικίων εμφανίζονται σε διάφορες μορφές σε όλη την Ευρώπη, που κυμαίνονται από αυστηρά ανώτατα όρια στο αρχικό ενοίκιο ή επιτρέπουν τη δωρεάν διαπραγμάτευση του αρχικού ενοικίου αλλά προβλέπουν μέτριες μελλοντικές αυξήσεις ενοικίων.

Τον Φεβρουάριο του 2022 η Ισπανία επέβαλε έλεγχο ενοικίων ως μέρος του πρώτου εθνικού νόμου για το «δικαίωμα στη στέγαση». Ο νόμος επιτρέπει στις περιφερειακές κυβερνήσεις να επιβάλλουν ανώτατα όρια ενοικίων για διαμερίσματα που ανήκουν σε ιδιοκτήτες με 10 ή περισσότερα ακίνητα, σε «κόκκινες» περιοχές. Περιλαμβάνει επίσης δέσμευση του 30% των νεόδμητων μονάδων για δημόσιες κατοικίες χαμηλού εισοδήματος. Η Γερμανία σε ομοσπονδιακό επίπεδο εισήγαγε ένα «φρένο ενοικίασης» ήδη το 2015 σε περιοχές με «τεταμένη κατάσταση στέγασης». Στην Ιρλανδία οι ετήσιες αυξήσεις ενοικίων σε «ζώνες πίεσης» περιορίζονται είτε σύμφωνα με το ποσοστό του γενικού πληθωρισμού ή στο 2% ετησίως, όποιο είναι χαμηλότερο.

Ωστόσο, ο έλεγχος των ενοικίων δεν πρέπει να αποτελεί μια μακροπρόθεσμη ή μοναδική επιλογή. Χωρίς επαρκές δημόσιο απόθεμα κατοικιών που θα διατίθενται προς ενοικίαση, χωρίς αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων για ανακαίνιση χιλιάδων κατοικιών, χωρίς οικοδόμηση κατοικιών σε ζώνες ευκαιριών ενθαρρύνοντας την ανάπτυξη σε περιοχές που χρειάζονται οικονομική ώθηση· Εν ολίγοις: χωρίς ολοκληρωμένη δημόσια πολιτική στέγασης το πρόβλημα θα παραμένει.

Με ένταξη για ανακαίνιση μόλις 100 κατοικιών στο Ταμείο Ανάκαμψης όταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Πορτογαλία, έχουν εντάξει 26.000 και χωρίς κανένα μέτρο ελέγχου ενοικίων σε εφαρμογή, το κοινωνικό δικαίωμα της στέγασης μοιάζει είδος σε απειλή.

Η θέση της Ελλάδας στην κλιματική κρίση

Την περασμένη εβδομάδα στη Βόννη έπεσε η αυλαία στην ετήσια διάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή με περιβαλλοντικές οργανώσεις να κατηγορούν ευθέως ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων του αναπτυσσόμενου κόσμου, αποφεύγοντας να τις βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση.

Καθώς η απειλή της κλιματικής αλλαγής αυξάνεται παγκοσμίως, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι συνθήκες διαβίωσης γίνονται όλο και πιο επισφαλείς σε όλο τον κόσμο. Ολόκληροι πληθυσμοί υφίστανται ήδη τις επιπτώσεις, αλλά τα ευάλωτα άτομα που ζουν σε ορισμένες από τις πιο εύθραυστες και πληγείσες από συγκρούσεις χώρες συχνά ζημιώνονται δυσανάλογα. Οι πρόσφυγες, οι εσωτερικά εκτοπισμένοι και οι απάτριδες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κλιματικής έκτακτης ανάγκης.

Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), oι κίνδυνοι που προκύπτουν από την αυξανόμενη ένταση και συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων προκαλούν ήδη κατά μέσο όρο περισσότερους από 20 εκατομμύρια ανθρώπους ετησίως να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

Ξεπερνώντας το ρητορικό ερώτημα του ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση δεν έχουμε το χρόνο να στεκόμαστε πλέον μόνο σε αριθμούς. Οι στόχοι της Συμφωνίας των Παρισίων δεν είναι αρκετοί εφόσον το διακύβευμα πλέον δεν είναι η ανατροπή του προβλήματος αλλά η προσαρμογή μας σε αυτό. Ας μην ξεχνάμε ότι κλιματική αλλαγή δεν σημαίνει μόνο ακραίες καιρικές συνθήκες αλλά μαζικές αναταραχές σε παγκόσμια κλίμακα αυξάνοντας το ενδεχόμενο συγκρούσεων.

Λαμβάνοντας υπόψιν ότι η χώρα μας βρίσκεται σε γεωγραφικά στρατηγικό σημείο στην Ανατολική Μεσόγειο όπου η θερμοκρασία αυξάνεται τρείς φορές ταχύτερα, έναντι του παγκόσμιου μέσου όρου, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι μονόδρομος. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει θέσει την προγραμματισμένη ενεργειακή μετάβαση αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια σε κίνδυνο.

Η Ελλάδα πρέπει:

Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, κύριος πυλώνας για την αντιμετώπιση της κλιματικής μετανάστευσης πρέπει να είναι η δημιουργία οικονομικών ευκαιριών σε κοινωνίες που απειλούνται άμεσα από την περιβαλλοντική αλλαγή.

Σε μια εποχή που βαδίζουμε προς την κατοχύρωση της πρόσβασης στο διαδίκτυο ως ανθρώπινο δικαίωμα πόσο οξύμωρο θα είναι να κινδυνεύει ο κόσμος από εμπόλεμες ζώνες για το νερό, το υπέρτατο αγαθό της ζωής.

Ελένη Χρονοπούλου, μέλος πολιτικού συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ- Κίνημα Αλλαγής και νομικός σύμβουλος Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Κράτος δικαίου, η ουσία της δημοκρατίας

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2022. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ανατρέπει τη συνταγματική ισχύ του δικαιώματος στην άμβλωση με μια απόφαση που έρχεται σαν κεραυνός εν αιθρία. Η είδηση γίνεται πρωτοσέλιδο σε ολόκληρο τον κόσμο και το ζήτημα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έρχεται ξανά στο προσκήνιο. Όσο απορροφημένοι και αν είμαστε με την εκάστοτε οικονομική κρίση, απόρροια πολέμου ή πανδημίας, η συζήτηση θα καταλήγει πάντα, έστω και ετεροχρονισμένα, στην ουσία της δημοκρατίας: το κράτος δικαίου.

Ο μόνος τρόπος να λειτουργήσει μία δημοκρατία είναι με βάση το τρίπτυχο «κράτος δικαίου-δικαιοσύνη-ανθρώπινα δικαιώματα», έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες. Το κράτος δικαίου είναι ο μηχανισμός που διασφαλίζει στους θεσμούς να παίρνουν δίκαιες αποφάσεις. Δίκαιες αποφάσεις, δηλαδή δικαιοσύνη, σημαίνει σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και κατ’ επέκταση ισότητα. Εγγύηση για τη διασφάλιση της ισότητας αποτελεί η αξιοκρατία.

Ο Barack Obama ανέφερε πρόσφατα σε ένα podcast ότι οι Αμερικανοί πολίτες δεν γνωρίζουν τι μπορεί να κάνει το κράτος για αυτούς, παρά διαμορφώνουν άποψη με βάση τι δε λειτουργεί. Το ίδιο ισχύει δυστυχώς και στη χώρα μας. Οι Έλληνες δεν είχαμε ποτέ καλή σχέση με το κράτος, αντιλαμβανόμαστε το κράτος σαν τιμωρό, έναν εχθρό που θα μας βάλει τρικλοποδιές. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη των πολίτων στις δημοσιές υπηρεσίες, στο εθνικό κοινοβούλιο και τα ΜΜΕ είναι στον πάτο. Φταίει όμως ο πολίτης για αυτό; Μια σειρά από στοιχεία δείχνουν πως όχι.

Σύμφωνα με την έκθεση του 2021 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κράτος δικαίου, εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με τη διαδικασία διορισμού στις ανώτερες θέσεις δικαστών και εισαγγελέων, η μερική ψηφιοποίηση των διαδικασιών δεν επαρκεί όταν εκκρεμούν υποθέσεις προς εκδίκαση για το 2026 ή και αργότερα, ενώ βρισκόμαστε στην κορυφή σε παραβάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.

Το ότι δε βλέπουμε βελτίωση στην καθημερινότητα του Έλληνα πολίτη όμως δεν αφορά μόνο στην απονομή δικαιοσύνης αλλά πρωτίστως στην έλλειψη αξιοπιστίας στους θεσμούς και τη δημόσια διοίκηση. Η συζήτηση στρέφεται πάντοτε στο μικρό έναντι του μεγάλου κράτους, στην προσέλκυση επενδυτών έναντι δημοσίων επενδύσεων κτλ. Είναι αφοριστικό να μην μπορούμε να αφήσουμε τη μπίλια να κάτσει κάπου στη μέση. Σημασία δεν έχει το πόσο μεγάλο είναι ένα κράτος αλλά ποσό αποτελεσματικό είναι. Οι περιφέρειες και οι δήμοι έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες, αλλά συνεννοούνται; Τα υπουργεία έχουν συστηματική επικοινωνία ώστε η χάραξη πολιτικής να είναι ομοιόμορφη; Ο πολίτης έχει επαρκή πληροφόρηση ώστε να εξυπηρετηθεί εύκολα και ταχεία;

Ο δρόμος για ευρωπαϊκές αξιοκρατικές κοινωνίες άνοιξε με ισχυρούς θεσμούς, ανεξάρτητη δικαιοσύνη και αξιοκρατία στη δημόσια διοίκηση. Το Βέλγιο, που βρίσκεται σχεδόν 14 θέσεις πάνω από την Ελλάδα στον δείκτη κράτους δικαίου της Παγκόσμιας Τράπεζας, έμεινε χωρίς εκλεγμένη κυβέρνηση λόγω εκλογικού συστήματος για 592 ημέρες χωρίς να παραλύσει. Πόσο εφιαλτικό θα ήταν ένα τέτοιο σενάριο για τα ελληνικά δεδομένα.

Στον αντίποδα ενός «επιτελικού κράτους» οι Σκανδιναβικές χώρες, που σπάνε κάθε ρεκόρ στο κράτος δικαίου, απαντούν με περισσότερο «κοινωνικό κράτος». Παρατηρούμε υψηλούς φόρους (όχι ιδιαίτερα υψηλότερους από την Ελλάδα) με αντάλλαγμα δημόσια παροχή κοινωνικών υπηρεσιών υψηλού επιπέδου, επενδύσεις σε υπηρεσίες που αφορούν τους πολίτες, επιμερισμό κινδύνου σε ολόκληρη την κοινωνία (κράτος και πολίτες δεν είναι ξένοι) και έγκαιρη προσαρμογή των εργαζομένων στις μεταρρυθμίσεις και την παγκοσμιοποίηση.

Γιατί οι άλλοι μπορούν και εμείς όχι;

Επειδή ζούμε κάτι παράλογο επί δεκαετίες: η έννοια του κράτους έχει ταυτιστεί με την εκάστοτε κυβέρνηση. Για να σπάσει αυτό το απόστημα πρέπει το κράτος-«ξένος» να απεμπλακεί πλήρως από τις πελατειακές πρακτικές και την αναξιοκρατία, οι νόμοι που υπάρχουν να εφαρμόζονται, η δικαιοσύνη να είναι ανεξάρτητη και το κράτος να υπηρετεί τις ανάγκες του πολίτη με κοινωνικό και όχι κατασταλτικό πρόσημο. Μια τέτοια μετάβαση σε ένα πραγματικό κράτος δικαίου δε θα είναι εύκολη όμως είναι η μόνη ευκαιρία να ζούμε ελεύθεροι σε μια δίκαιη κοινωνία. Μόνο ένα κράτος δικαίου μπορεί να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα ώστε να μη βρεθούμε μια μέρα εμείς στον πολιτισμικό μεσαίωνα με τον οποίο φλερτάρουν επικίνδυνα οι ΗΠΑ.